Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017




με την περίσσεια της πρώτης νύχτας
στα φιλιά σου
και με το μαχαίρι που έκοβες τις μέρες
καρφωμένο στο στήθος σου
μου συστήθηκες

εμπρός λοιπόν
είπα
σηκώσου
και αν σε βαστάνε οι σιωπές σου
κοίταξέ την!

έτσι
να ξέρεις
δεν τόλμησε ο μαστρωπός
χρόνος
να σε χαρακώσει…





The Seaweed Man

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2017




Όπως
ο οίκτος που δεν γίνεται συμπόνια
και δεν βαφτίζεται στην απέραντη θάλασσα της περιχώρησης
που δεν τολμάει να σκεπάσει με τις φτερούγες της 
η ψυχή
το Άγνωστο
διακινδυνεύοντας
ό,τι είναι ακριβότερο απ’τη στιγμή
έτσι ομοιάζοντας
το μικρό κερδίζει τις καθημέριες μάχες
και το Απόλυτο χαμηλώνει το βλέμμα

και ξοδεύει άπληστα
με θράσος
όλη την Αγάπη Του ο Ένας
στο αιώνιο
που δεν φυλακίζεται

φιλοξενώντας απρόθυμα
τον Πρώτο και τον Έσχατο
στοχασμό και πόθο

στη φωτιά Του την ονειρεμένη από την Αρχή του


για τον άνθρωπο



14 Φλεβάρη 2014

Σάββατο, 2 Σεπτεμβρίου 2017



Οικέτης


Στο σπίτι αυτό που μεγάλωσα
που μεγάλωσε μαζί μου και ο χρόνος
στερεώνω τα μάτια μου
σε τοίχους σάρκινους
φθαρτούς
κι εκείνα αρνούνται τη ψεύτικη ανάπαυση
και πέφτουν

Κόλακας έγινα
του χειμέριου εγώ μου
έτσι ώστε ασφαλής
στις θερινές μου αποδράσεις
να θωπεύω όση έπαρση αποθησαύρισα
στους σκοτεινούς
εαυτικούς μου αιώνες
αλλά απ’την άλλη
ακόμα κι αν έχω τις πρώτες μου συντεταγμένες
κρυμμένες κάπου
κάπου κρυφές
για να εκκαλώ την ήττα μου
δεν επέστρεψε κανείς
από την προκεχωρημένη γραμμή του πυρός
για να μ’εδοφιάσει με ζωτικές
και σφριγηλές
ελπίδες νίκης

κι έτσι

στο σπίτι αυτό
που μεγάλωσα οικέτης
και τόσο καλά γνώρισα
ως και τις υγρές ανάσες στις κόχες
δεν απαντά κανείς
στις ιαχές μου
ούτε κι εγώ πια
απαντώ
στην ηχώ του μυαλού μου

έγινα
ίσως πει κανείς
τόσο πιστό
και θαυμαστό
αντίγραφό μου



Ashes to Dust!

Olivier Valsecchi

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017


incarnatus


Τα πόδια μου ήταν ρίζες
τα χέρια μου ήταν πλανήτες
απλώθηκα ως το υπερεκτατό
βάθυνα ως το στόμα του χρόνου
δεν θυμάμαι αν γεννήθηκα

ο πρώτος
και ο έσχατος
δεν έχουν μνήμη

δεν ήμουν δέντρο
δεν ήμουν άνθρωπος
δεν ήμουν έναρξη
ούτε πέρας
χειρωνάκτης της ύπαρξης
δεν ήμουν
ούτε περιείχα την υπόσχεση
καμιάς αθανασίας

ο άγιος
και ο βλάσφημος
σαρκώνονται στο ίδιο σώμα

το βλέμμα μου
και τούτο το θυμάμαι
σάρωνε τα πελάγη του απείρου
και δεν στεκόταν πουθενά
παντού ανάσες νύχτιες
παντού φλεγόμενοι άγγελοι
παντού μοναχικοί
εξόριστοι θεοί…

δεν ήμουν συμπαγής
ρευστός δεν ήμουν
δεν είχα στήθος

στο μέρος της καρδιάς
μονάχα
ένα μαύρο ρόδο…
και πάνω στα δεκάξι πέταλά του

το μηδέν
και το ένα
να ερωτοτροπούν
αέναα…


Tree man by svetanima

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017


μην σταματάς να λαξεύεις το άγαλμά σου
Πλωτίνος

Εργαστήρι

Άρχισες δουλειά με το είναι σου
μικρός ακόμα
απαίδευτος
κι έπιασες να εργάζεσαι
πάνω στη πέτρα της ύπαρξης
με βλέμμα άδολο
με πνεύμα αμόλυντο
κι είχες για πρότυπό σου
μια αξόδευτη ψυχή
πώς να την προτυπώσεις
πώς να την αποδώσεις
ανάγλυφη
στερεωμένη
εύμορφη
απρόσμικτη

τις λέξεις έψαχνες
τα εργαλεία
διάβασες
μελέτησες
μόχθησες
ξενύχτησες πάνω
από ηρώων φωτιές
και ποιητών κραυγές
νύμφες χόρευαν
στο αρχαίο σου δάσος
και στάλαζαν οι ουρανοί
του κόσμου σου
οιμωγές Τιτάνων
και του Προμηθέα
το κοχλασμένο αίμα

απρόσιτος
θα πει κανείς
έγγλυφος
στο δώμα του εαυτού σου
όνειρος θεός
και δαιμόνων βλέμμα
αρπάχτηκες στου Χρόνου τις πόρπες
και αμάθητος που ήσουν
γκρεμίστηκες στα Τάρταρα
της ξιπασιάς σου
αλλά δεν έσβησες εκεί
ανάμεσα στις Άρπυιες
και στις Γραίες του Άδη
είχες στο νου σου
έν’άγαλμα
να φτιάξεις
με τα ίδια σου τα χέρια
ικέτεψες το Διόνυσο
κρασί ν’αρμέξει απ’τον παγκόσμιο πόνο
είχες μαζί σου την Εκάτη
κι αγνώριστος κυκλοφορούσες
νύχτες
στις ερημιές του νου…

σηκώθηκες
οι φλεγμονές σου
έχυναν πύο
τα μάτια σου
δάκρυζαν αίμα
κι όμως
σηκώθηκες

είχες ψυχή
ούρλιαζες
είχες μνήμη
και θυμήθηκες
είχες περπατησιά
και βάδισες
τη σκοτεινή ατραπό σου…

ορθώθηκες
έπιασες πάλι τη δουλειά
στο εργαστήρι του Ανθρώπου
ξανάρθες
αυτό το πρόπλασμα
σε περίμενε
ατελείωτο
λειψό
δεν είχες θάρρητα
να το κοιτάζεις
δεν είχες τόση ανάσα
για να το ζεστάνεις
κι όμως
σιγά σιγά
οι συλλαβές γυρίζαν
οι φθόγγοι
οι λέξεις
σχηματίζονταν ξανά
ερχόσουν πάλι
επέστρεφες

το φως που αρνήθηκες
εδώ είναι πάντα
δώσε στον κάθε χτύπο
του σφυριού
το χτύπο της καρδιάς σου
με το Αιώνιο συντονίσου
άλλο απ’αυτό δεν έχεις
αγάπησέ το!
Και το άγαλμα του είναι σου
ως το τέλος

Λάξευσέ το!






“the tide”

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017


Το πατρώνυμο του Αυγούστου


Σε εποχές ήσυχες
εσύ ανήσυχος

ραντισμένος από έναν αλήτη ήλιο
αυγουστιάτικο
να υποδέχεσαι τις ώρες
με τη μεγαλοπρέπεια του θανάτου
και τις στιγμές
με την αγιοσύνη της ζωής

σε εποχές ύποπτες
εσύ ανύποπτος

φυλακισμένος στο σώμα
ονειρεύεσαι
τη χώρα εκείνη της άχρονης σιωπής
τη μέρα εκείνη της ραστώνης
στον καθημέριο Αρμαγεδδώνα

το πρώτο βλέμμα
το ύστατο χαμόγελο

σε εποχές φλύαρες
εσύ σιγηλός

φέρνεις στα χέρια φρούτα
και καλοκαίρια στα χείλη
και έχεις αθανατίσει τον αέρα που αναπνέεις
και δεν λυγίζεις
στη σκέψη της αιφνίδιας αρπαγής…

σε εποχές φόβου


άφοβος εσύ… 


August

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017






Στη λίμνη…



Έλα
να σε συνοδέψω ως τη λίμνη
εμείς οι δυο
μονάχα
όπως ήμασταν πάντα
φίλε μου
εμείς
μόνο οι δυο μας…


Το σπίτι ζούσε
τρώγοντας τους ανθρώπους
αφήνοντας στοργικά
τη σκόνη να παχαίνει
στους διαδρόμους
χαμογελώντας πατρικά
στις πένθιμες κουρτίνες
στο σαλόνι

και φονεύοντας τους απογόνους
όλων των μοιραίων πλασμάτων
που έκλαψαν
έστω και για ένα λεπτό
σ’αυτές τις άθλιες σκάλες

φονεύοντας…


Έλα
θέλω τούτο το πρωινό
να είμαστε μαζί
οι δυο μας
πάμε στη λίμνη
εκεί που πρωτοείδαμε το παράξενο φως
που χάνεται όταν γέρνεις το βλέμμα
που γεννιέται ξανά
όταν κλείνεις τα μάτια

εσύ μου το δίδαξες
κι αυτό
και τόσα άλλα

έλα φίλε μου
συνόδεψέ με
στην αρχαία λίμνη…


Το σπίτι ζούσε
μακελεύοντας όλα τα όνειρα
κι άφηνε ν’ανασαίνουν μόνο
οι μικρές ρωγμές
που γίνονταν μεγάλες
κι άφηνε να αργοσαλεύουν μόνο
οι αιώνιες σκιές
που έντυναν τους τοίχους
τους γυμνούς
τους πρόστυχους

τους πρόστυχους!

τους τρελούς τοίχους

μιας σιωπής
που δεν την νίκησε
ποτέ κανείς…


Λοιπόν σήμερα
σου λέω
αγαπημένε φίλε
θα σου μιλήσω για το όνειρο της λίμνης
καθώς θα μας δέχεται
στα θηλυκά νερά της
και θα μας ξελογιάζει
και θα μας λέει ψέματα
πως αθάνατοι είμαστε
εγώ
θα σου αποκαλύψω φίλε μου
όσα θα έπρεπε από χίλια χρόνια τώρα
να σου έχω πει

αλλά φοβόμουν
και είχα το πυρακτωμένο σίδερο
του χρόνου να με καίει

και ντρέπομαι
τώρα που θα ντυθούμε
με τον αρχαίο υδάτινο μανδύα
να σε κοιτάξω άλλο στα μάτια

χωρίς αυτό
το τελευταίο που πρέπει
να ειπωθεί
δεν ξέρω
αν τα χείλη ανοίξουν
για μια ανάσα οξυγόνου ακόμα
ή
θέλω να ουρλιάξω στο μεταίχμιο
της στιγμής
πως σε αγάπησα
με όση δύναμη άντεξε η ανώλεθρη ψυχή μου
με όση ψυχή χωρούσε
η θνητή δύναμή μου…

και έτσι ακροβατώ
στην επιφάνεια της λίμνης
και μαζί βυθίζομαι

όλος όνειρο
αγάπη όλος

δικός σου

κομματιασμένος
και ακέραιος
φωτεινός
και νύχτιος

όλος…



ιουλ 2014



 Drifting..